BACK

Αλ ντέντε (al dente)

Ιταλική ορολογία που κυριολεκτικά σημαίνει «στο δόντι» η « στο δάγκωμα», παραπέμποντας στην ανάγκη να μασήσουμε. Χρησιμοποιείτε σε σχέση με τα ζυμαρικά, να υποδείξει μαγείρεμα μέχρι να είναι σφικτά, όχι μαλακά. Χρησιμοποιείτε επίσης να περιγράψει τρυφερά άλλα τραγανά, μαγειρεμένα λαχανικά.

ζυμαρικά, να κρατάνε, στο δόντι
Α
Αλ ντέντε (al dente)