|
Το Χαλάνδρι προσφέρει πολλές γαστρονομικές επιλογές από τις κουζίνες όλης της υφηλίου. Ως ανεπτυγμένη αγορά με μεγάλη εμπορική κίνηση, οφείλει να παρέχει στον κουρασμένο shopper εκείνη τη στάση για ξεκούραση και ανεφοδιασμό, που και θα τον ικανοποιήσει, αλλά και θα του επιτρέψει οικονομικά να συνεχίσει το μακρύ του δρόμο προς την καταναλωτική Ιθάκη.
Το Sotto Voce είναι αυτό το εστιατόριο που καλύπτει τις παραπάνω προδιαγραφές, ως μια ολοκληρωμένη πρόταση για καλό ιταλικό φαγητό σε προσιτές τιμές. Εμείς, βέβαια, το επισκεφτήκαμε βράδυ καθημερινής, χωρίς εφήμερο παρελθόν καταναλωτισμού. Καθίσαμε στην ήσυχη βεράντα υπό τους ήχους πραγματικά καλής ξένης μουσικής. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον εσωτερικό χώρο, ξεχωρίσαμε το ιδιαίτερο design με τα θερμά χρώματα που σίγουρα θα το καθιστούσαν ιδανική επιλογή και για το χειμώνα.
Στο γαστρονομικό ζητούμενο τώρα, το Sotto Voce είναι ικανό να ικανοποιήσει τους λάτρες της ιταλικής γαστρονομικής παράδοσης. Στα ορεκτικά ξεχωρίσαμε το καρπάτσιο ξιφία με κάππαρη (€12.80) και τις φρεσκότατες μπρουσκέτες με ντομάτα, σκόρδο, βασιλικό και προσούτο (€8.80). Τα ψητά μανιτάρια πλευρώτους με balsamico (€10.80) είχαν οικεία γεύση χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, ενώ η σαλάτα Sotto Voce σε φωλιά παρμεζάνας με διάφορα σαλατικά, πανσέτα, τοματίνια και παρμεζάνα (€12.80) είναι γευστικότατη και θα μπορούσε να αποτελεί γεύμα από μόνη της.
Στα κυρίως (ή μάλλον αυτά που θεωρούμε στην Ελλάδα κυρίως), το Sotto Voce προσφέρει επιλογές σε ριζότο, ζυμαρικά και κρέατα με το κατάλληλο ιταλικό twist. Το ριζότο με γαρίδες, μπρόκολο και σαφράν (€14) ήταν νόστιμο με το ρύζι σωστά βρασμένο και το σαφράν στο γνωστό ρόλο του να γεμίζει με γευστική ένταση και χρώμα το πιάτο. Οι ταλιατέλες με σολομό, βότκα και κρέμα, ισορροπούσαν ιδανικά ανάμεσα στην ελαφρότητα των υλικών και τη γευστικότητα του συνόλου. Όμως η πραγματική αποκάλυψη ήταν οι πένες της Κάτω Ιταλίας (€13.80) με ελαφρώς πικάντικο λουκάνικο. Το πιάτο θα το έλεγε κανείς «αντρικό», αφού εκτός του ότι ήταν θερμιδικό, είχε παράλληλα όλη εκείνη τη συμπυκνωμένη κρεάτινη γεύση που ενθουσιάζει τους αντρικούς, και όχι μόνο, ουρανίσκους. Τέλος, το ψαρονέφρι πέστο με ντοματίνια και ψητή πατάτα (€17.50) δημιουργούσε μια αίσθηση φρεσκάδας με το βασιλικό να δένει ωραία με το χοιρινό.
Σε γενικές γραμμές, το Sotto Voce προσφέρει απλόχερα και οικονομικά όλα εκείνα τα στοιχεία που θα αναζητούσε κανείς από ένα καθημερινό ιταλικό εστιατόριο. Η ολοκληρωμένη λίστα κρασιού και τα προσεγμένα γλυκά του έρχονται να συμπληρώσουν ένα καλό σύνολο. Στην επόμενή σας εξόρμηση στην αγορά του Χαλανδρίου, συμπεριλάβετε στο πρόγραμμά σας μια στάση στο Sotto Voce. Οι γεύσεις του θα κάνουν τα ψώνια σας νοστιμότερα…
|
Χαμηλόφωνα. Δεν χρειάζονται εντάσεις για να ψιθυρίσεις μεγάλα λόγια.
Αυτή είναι και η φιλοσοφία του εστιατορίου Sotto Voce, που βρίσκεται έξω από το θορυβώδες κέντρο του Χαλανδρίου, αλλά κοντά σε αυτό. Η προσφιλής ιταλική κουζίνα σε φιλικές τιμές. Ζεστή μεσογειακή φιλοξενία σε δροσερό περιβάλλον. Δηλαδή; Οι σωστές αντιθέσεις…
Τα εαρινά χρώματα και η ευρύτητα του χώρου συνάντησαν τη διάθεσή μας εκείνο το ζεστό βράδυ Τετάρτης. Και προτού οι γεύσεις μάς χαλαρώσουν, οι νότες μάς ταξίδεψαν. Ένα μουσικό πρόγραμμα που σιγόνταρε στην εμπειρία της εξόδου μας. Γιατί τίποτα δεν πρέπει να είναι τυχαίο.
Το δείπνο ξεκίνησε με τον πιο καλοκαιρινό τρόπο: ιταλικότατες μπρουσκέτες, μουσκεμένες με φρέσκια ντομάτα, λιωμένες σκελίδες σκόρδου, βασιλικό και προσούτο και σωστά αλατοπιπερωμένες. Τα ψητά μανιτάρια πλευρώτους δεν τα βρήκα το ίδιο ευχάριστα. Παρόλο που είμαι μανιταρόφιλη, μοιράστηκα εύκολα το μεζέ, γιατί το βαλσάμικο (στο οποίο έκαναν ύπτιο) εμπότιζε τον ουρανίσκο μου με λιπαρότητα. Συν ότι αναζητώντάς τα στον κατάλογο, μου φάνηκαν τσιμπημένα (€10.80). Η ομώνυμη σαλάτα, όμως, ήρθε τόσο περιποιημένη αισθητικά και γευστικά που ακύρωσε την όποια μικρο-απογοήτευση. Διάφορα σαλατικά, πανσέτα, ντοματίνια και παρμεζάνα φώλιασαν σε κρούστα ψημένης παρμεζάνας, της οποίας τα θραύσματα αξιοποιήθηκαν για να κάνουμε καταδύσεις στο πιάτο.
Χωρίς να θέλω να αδικήσω άλλες παραδοσιακές γεύσεις της γείτονας χώρας, το ιταλικό γαστρονομικό ταμπεραμέντο για εμένα εκδιπλώνεται στην πάστα. Ο καθένας από την παρέα έδειξε προτίμηση και σε άλλο πιάτο. Σολομός, βότκα και κρέμα συνδυάστηκαν σωστά μαζί με τις ογκώδεις ταλιατέλες, που απορρόφησαν μεν τη λιπαρότητα της γαλλικής κρέμας γάλακτος και την ένταση του κρυστάλλινου αποστάγματος σίκαλης, αλλά όχι πλήρως. Οι πένες της Κάτω Ιταλίας με πικάντικο λουκάνικο, αν και αξιόλογες, συγκράτησαν επίσης στις πτυχώσεις τους τη σάλτσα, όχι όμως σε ενοχλητικό βαθμό. Το πιο φίνο αποτέλεσμα είχαν οι μεθυσμένες ταλιατέλες, με λάδι, σκόρδο, κρεμμύδια, πανσέτα και κρασί. Η λεπτόρρευστη σάλτσα της προσφέρεται για όσους δεν θέλουν πληθωρικά πιάτα. Τέλος, το φιλεταρισμένο ψαρονέφρι ήταν τρυφερό, ροδοκοκκινισμένο και μυρωδάτο λόγω του πέστο. Καθώς όμως είχαν προηγηθεί τα ζυμαρικά, δεν κατάφερα να του δώσω τη δέουσα προσοχή.
Μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με το παραπάνω, αλλά ως διά μαγείας βρήκα λίγο χώρο για τη ζηλευτή κρεμ μπρουλέ. Η καλής ποιότητος κρέμα με την καραμελωμένη ζάχαρη στην επάνω επιφάνεια είναι από μόνη της λόγος να ξαναπάω σύντομα στην όμορφη τρατορία.
Οι αξιοπρεπείς και γενναιόδωρες ιταλικές γεύσεις του Sotto Voce θα αδικηθούν αν τις δείτε μόνο ως διάλειμμα ανάμεσα στις αγορές Gucci, Cavalli και D&G. Όχι, βέβαια, ότι δεν θα ολοκληρώσουν την ψευδαίσθηση της Via Veneto...
ΥΓ. Sotto Voce: Ένα δραματικό κατέβασμα του φωνητικού ή του ορχηστρικού τόνου, όχι απαραίτητα pianissimo, αλλά με μια «αποσιωπημένη» ποιότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σύνθεση «Lacrymosa» από το Requiem Mass in D minor του Μότσαρτ.
|