Από τον Remy
Ως εστιατόριο έχει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το ευγενικό και γρήγορο σέρβις και η θεατρικότητα του σκηνικού που σε ταξιδεύει κάπου ανάμεσα στο Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι και στο Σπίτι των Πνευμάτων. Το βασικό του ατού, όμως, κρύβεται πίσω από την πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Και έχει ονοματεπώνυμο. Ο σεφ Μιχάλης Ντουνέτας έχει δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο στο μενού του Baraonda. Οι δημιουργίες του δύσκολα σε παραπέμπουν αλλού. Το προσωπικό του στιλ ζωντανεύει μέσα από πιάτα με ετερόκλητες πρώτες ύλες, αλλά απόλυτα γευστική συνάφεια.
Θέλετε αποδείξεις; Το κονσομέ λαχανικών με το ραβιόλι τρούφας είναι ένα πιάτο που εύχεσαι να σου το έφτιαχνε η μαμά σου. Το χτένι με σάλτσα καραμέλας και εσπεριδοειδών είναι η πραγμάτωση κάθε επιθυμίας για συμφιλίωση. Το μαύρο ρύζι με τις καραβιδοουρές σε σος καραμέλας ανήκει στη σφαίρα μιας γευστικής φαντασίωσης – σίγουρα της δικής μου. Και τα γλυκά φτιαγμένα κι αυτά υπό την καθοδήγηση του σεφ κλείνουν ιδανική τη γαστρονομική περιήγηση.
Το Baraonda κι ο Ντουνέτας έχουν πάρει την αθηναϊκή γαστρονομία από το χεράκι και την έχουν πάει ένα βήμα μπροστά. Κι αν δεν σας φτάσει το κρασί από την ενημερωμένη κάβα του, δεν θα χρειαστεί να πάτε μακριά. Το lounge απέχει λίγα μέτρα μόνο από το τραπέζι σας.
Από τον Linguini
Η είσοδος του Baraonda αντικρίζει την πίσω πύλη του γηπέδου της Λεωφόρου. Σταθμεύεις όπου βρεις. Μόλις ανοίξεις, όμως, την πόρτα του εστιατορίου, εγκαταλείπονται μνήμες οποιασδήποτε αστικής αισθητικής. Βρίσκεις τον εαυτό σου να περιβάλλεται από βαρύτιμες κόκκινες δερμάτινες καρέκλες με χρυσοποίκιλτα περιγράμματα και καναπέδες -τύπου;- Chesterfield. Αίσθηση Φοντενεμπλό. Ανοίκειο… Σίγουρα όμως εντυπωσιακό. Μόνο όταν δοκίμασα το μενού degustation από τα χέρια του σεφ Μιχάλη Ντουνέτα, κατάλαβα ότι η διακόσμηση του σαλονιού υπαγορεύτηκε από το χαρακτήρα της κουζίνας∙ αριστοκρατικός.
Έτσι ορίζεται η πολυτέλεια στο φαγητό. Ζυμωτό ψωμί που αγγίζει το βελούδινο. Σολομός με σάλτσα βασιλικού και μιλφέιγ πάσιον φρουτ. Αν ήταν ύφασμα, θα ήταν αραχνοΰφαντο. Μαύρο, αναποφλοίωτο ριζότο με καραβιδοουρές σε σος καραμέλας, στεφανωμένο από φύλλο χρυσού… Aπελευθερώνεται η αέρινη υφή των πρώτων υλών. Συγκινητικά ωραίο. Ακολουθεί η ραψωδία του κάστανου. Τριάστερο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μενού degustation. Η γευστική εντύπωση γίνεται «εμπειρία».
Επανέρχομαι στην πραγματικότητα κοιτάζοντας γύρω μου. Στο μπαρ, στο χαμηλότερο επίπεδο, άντρες κοστουμαρισμένοι και γυναίκες με θηλυκά, εφαρμοστά φορέματα – όλοι στα μαύρα. Ένα ομογενές πλήθος πολλαπλασιασμένο, κόσμος που νομίζεις ότι έχει βγει από πίνακα του Γιάννη Γαΐτη. Γιατί τόση ανωνυμία;
Υ.Γ. Το φύλλο χρυσού διατίθεται σε επίδοξους και εύτολμους μάγειρες στα κοσμηματοπωλεία.